Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Πώς ένα πατάρι έγινε το πιο διάσημο καφενείο – στέκι των διανοούμενων της Αθήνας.



Το «πατάρι του Λουμίδη» ήταν το σημαντικότερο και πιο εμβληματικό λογοτεχνικό καφενείο της Αθήνας του 20ου αιώνα. 

Δεν ήταν ωραίο, δεν ήταν περίβλεπτο, ούτε καν ατμοσφαιρικό, σύμφωνα με τις μαρτυρίες. Υπήρξε όμως τμήμα της ιστορίας της νεότερης Αθήνας και χώρος αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής, η οποία χάθηκε μαζί του. 

Άνοιξε το 1938, τη σκληρή περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, στο νούμερο 38 της οδού Σταδίου στα Χαυτεία, δίπλα στο παλαιό Βιβλιοπωλείον της Εστίας και γρήγορα συγκέντρωσε τον καλλιτεχνικό, τον λογοτεχνικό και τον δημοσιογραφικό κόσμο της πρωτεύουσας. 

Βρισκόταν σε περίοπτη θέση, κοντά στα γραφεία των εφημερίδων και στα θέατρα, δίπλα στο ιστορικότερο βιβλιοπωλείο της εποχής. Ήταν αναπόφευκτο να συνδεθεί αμέσως σχεδόν με την κουλτούρα του καφέ και των συζητήσεων, των ιδεών και των ζυμώσεων που προκαλούσαν. 

Οι ιδιοκτήτες του, οι τρεις αδελφοί Λουμίδη, δεν φιλοδοξούσαν να δημιουργήσουν ένα λογοτεχνικό καφενείο. Το πατάρι ήταν συμπλήρωμα του καταστήματος στο ισόγειο και αποτελούσε πρόσθετη πηγή εσόδων για την επιχείρησή τους. 


Αυτοδημιούργητοι, οι αδελφοί Αντώνιος, Νικόλαος και Ιάσων Λουμίδης είχαν ξεκινήσει το 1919 από κάποιο μικρό καφεκοπτείο, στην οδό Ρετσίνας 12 του Πειραιά για να κατακτήσουν σύντομα την αγορά του καφέ στην Ελλάδα. 

Αξιοποίησαν δύο πανίσχυρα και εν πολλοίς ανεκμετάλλευτα ως τότε μέσα: τη διαφήμιση, με το διάσημο σλόγκαν, «έκαστος εις το είδος του κι ο Λουμίδης στους καφέδες», και την τυποποίηση και διάδοση ενός προϊόντος με αυστηρές προδιαγραφές το οποίο κατέστησαν αναγνωρίσιμο πανελληνίως. 

Επιπλέον, επέλεξαν το πιο επιτυχημένο εμπορικό σήμα στην ιστορία της ελληνικής διαφήμισης: τον παπαγάλο, γιατί είναι το μόνο πτηνό που του αρέσουν, λέγεται, οι καρποί του καφέ. 


Η ανθρωπογεωγραφία των τραπεζιών 

Στο πατάρι, τα τραπέζια ήταν διατεταγμένα σε σχήμα πι. Στα αριστερά κάθονταν οι ηθοποιοί, οι δημοσιογράφοι και οι επιθεωρησιογράφοι, ενώ οι συγγραφείς μαζεύονταν στο βάθος. 

Εκεί, συναντούσε κανείς τους σημαντικότερους δημιουργούς της Αθήνας, αλλά και πολλούς άλλους: νεαρά ζευγάρια θαυμαστών που ήθελαν να δουν από κοντά τα ινδάλματά τους, φιλόδοξους γραφιάδες που γοητεύονταν από το γεγονός ότι στο διπλανό τραπέζι μπορούσαν να κάθονταν και να συζητούν οι καθιερωμένοι συγγραφείς της εποχής, περίεργους και περαστικούς οι οποίοι γοητεύονταν από τον θρύλο που συνόδευε το καφενείο και τους θαμώνες του.

 

Στο πατάρι αναπτύχθηκαν σχέσεις και μακροχρόνιες φιλίες, όπως αυτή του Μάνου Χατζιδάκι με τον Γκάτσο και τον Ελύτη – ιδίως με τον πρώτο. Από το καφέ, αν και όχι τακτικά, περνούσε και ο Μίκης Θεοδωράκης. 

Οι σχέσεις στο διαπροσωπικό επίπεδο είχαν συνέπειες και στο καλλιτεχνικό. Και ίσως τις συνεργασίες ποιητών και ζωγράφων (του Μόραλη και του Τσαρούχη με τον Ελύτη), ποιητών και μουσικών (του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι με τον Γκάτσο, τον Κατσαρό, τον Ελύτη και άλλους ποιητές). 

Από το πατάρι πέρασαν σχεδόν οι πάντες. Ακόμη και ο Σεφέρης, ο οποίος έβρισκε απαίσιο ένα άλλο πασίγνωστο καφενείο της Αθήνας, του Ζόναρς. Πέρασε ο Εμπειρίκος, ο Σαχτούρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Νικηφόρος Βρεττάκος… 


Η παρακμή της δεκαετίας του 1960 

Τη δεκαετία του 1960 το πατάρι άρχισε να παρακμάζει. Οι περισσότεροι από τους παλαιούς επιφανείς θαμώνες του το είχαν εγκαταλείψει, κάποιοι από αυτούς ανεβαίνοντας ψηλότερα, σε ένα νέο στέκι, το Μπραζίλιαν κοντά στο Σύνταγμα. 

Τα ίχνη της εγκατάλειψης στο Καφέ Λουμίδη ήταν πλέον τόσο έντονα που σου προκαλούσαν αποκαρδίωση, όπως μαρτυρεί ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας. Σχισμένα καθίσματα, βρώμικοι τοίχοι, καταθλιπτική ατμόσφαιρα. 

Ακόμη και το θρυλικό γκαρσόνι, ο Τάκης, όπως τον ήξεραν όλοι, δεν ήταν πια ο άνθρωπος που συμπεριφερόταν φιλικά και περιποιόταν τους πάντες, αλλά ψυχρός και βλοσυρός, έμοιαζε τώρα με φάντασμα της παλαιάς, καλής εποχής. 


Κλειστόν λόγω κατεδαφίσεως 

Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 έδωσε τη χαριστική βολή για το πατάρι του Λουμίδη, το οποίο εξακολουθούσε να παρακμάζει για μικρό ακόμη διάστημα. 

Κάποια μέρα, σαν παραμύθι που είχε κακό τέλος, το κατάστημα του Λουμίδη έκλεισε και το διπλανό βιβλιοπωλείο της Εστίας μετακόμισε στην οδό Σόλωνος. 

Συνέβη αυτό το οποίο συνέβη σε τόσα και τόσα κτίρια της Αθήνας . Ένα λουκέτο και μια θλιβερή επιγραφή: «Κλειστόν λόγω κατεδαφίσεως»....




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου