Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Γιώργος Ξηντάρης - Στης Ανατολής τα κάστρα ...!!!!





Στο κάστρο της Σκοπέλου, αυτό το παλιό, το ξεχασμένο από την ιστορία, εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος εκεί γεννήθηκε η «Ανατολή».Ο χώρος ο φωτισμένος με τα χρώματα της αρχαίας Πεπαρήθου όπου στην αρχαιότητα φημιζόταν για το κρασί της (Πεπαρήθιος οίνος).



Εκεί ψηλά και μακριά από το λιμάνι της Σκοπέλου εκεί έφτιαξε κι ο Γιώργης το χώρο του. 


 Ο Γιώργος Ξηντάρης είναι παιδί της Σκοπέλου κι η  μόνιμη βάση του είναι εδώ στη Σκόπελο.



Πιτσιρικάς στη Σκόπελο άκουγε από τα γραμμόφωνα. Μάρκο, Παπαϊωάννου, τέτοια πράγματα. 


Από την οικογένεια δεν είχε κανένα ερέθισμα, αλλά όλη η Σκόπελος άκουγε ρεμπέτικα. . Η Σκόπελος είναι το κάτι άλλο, δεν είναι νησί. 

Στη Σκόπελο ήρθε κόσμος απ’ όπου μπορεί κανείς  να φανταστεί κι από τη Μικρά Ασία, κι από άλλα νησιά ακόμα κι από τ’ Άγραφα.

Το ’65  πήγε στην Αθήνα και δούλεψε οικοδόμος. Τα μεροκάματα ήταν μικρά. 

Μια μέρα  όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί πέρασε από την Ομόνοια είδε ένα μπουζούκι   και το αγόρασα. 

Ολα τα επόμενα χρόνια άκουγε  τραγούδια  από τα τζουκ-μποξ στις ταβέρνες , και μετά πήγαινε σπίτι και έπαιζε τη μελωδία στο μπουζούκι 





Το ’72 – ’73 άφησε την οικοδομή και ξεκίνησε να παίζει  καλοκαίρια στη Σκόπελο, στα «Δειλινά».

 Στη συνέχεια δούλεψε στην Αθήνα σε μεγαλύτερα κέντρα.



Το 1983 – ’84 έρχεται η περίφημη σειρά «Το Μινόρε της Αυγής» όπου κι  αναλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της ερμηνείας των τραγουδιών.




Μετά το χαμό του Τσίγγου και του Νίκου Δημητράτου, ο Γιώργος Ξηντάρης ήταν η μόνη ζωντανή αντρική φωνή του «Μινόρε της αυγής».



Στα χρόνια που πέρασαν κουράστηκε λίγο, είναι αλήθεια. Δεν τον  κούρασε το τραγούδι, ούτε η μουσική. Ο κόσμος τον κούρασε , όχι το κοινό αλλά ο κόσμος του σιναφιού. Οι ίντριγκες, τα υπόγεια εκεί που όλα γίνονται κρυφά,εκεί που δεν  υπάρχει μπέσα, και δεν υπάρχει πια φιλότιμο.





Κάθε ένας άνθρωπος έχει την ιστορία του, θα πεί ο Γιώργης  κάποια στιγμή και τα ρεμπέτικα τραγούδια τα έχουν πει όλα. Θα ακούσω ένα τραγούδι, θα μου φέρει την εικόνα της ιστορίας μου, και θα το αγαπήσω. 

«Κάθε ένας άνθρωπος μοιάζει με καράβι  που θαλασσοδέρνεται βράδυ και πρωί», που λέει κι ο στίχος. Γι’ αυτό έχει δύναμη το ρεμπέτικο και είναι κλασικό, και δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ. 

Δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ η «Φραγκοσυριανή» και η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Έχει γραφτεί η ιστορία, πια. 

Για ποιο πράγμα θες να μιλήσει το ρεμπέτικο; Για τους  φίλους, για την χαρά, για την αρρώστια, για την ξενιτιά, για τον πόνο, για χωρισμούς, για την απατεωνιά, για την αγάπη; Όλα τα ’χει.



"Ηρθε ο καιρός κι ολα αλλάξανε Κι οι εταιρείες αλλάξανε. 

Η προβολή που έπρεπε να γίνει στον κάθε καλλιτέχνη έβγαλε προς τα έξω το «φαίνεσθε» και όχι το «είναι». 

Ηρθαν στην επιφάνεια βεντετισμοί, και τίποτε άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι που τους εμπιστεύτηκα και τους θεωρούσα φίλους μου, και τελικά αποδείχθηκαν βεντέτες. 

Σ’ αυτά τα πράγματα εγώ δεν συμμετέχω και τα ’χω σιχαθεί. Δεν έχω κουραστεί να τραγουδάω – το αντίθετο.... και στο μηχανάκι πάνω, όταν πάω για ψώνια, τραγουδάω. Με κούρασε όμως αυτό το κύκλωμα..."

Την Ανατολή  την έφτιαξε μόνος του ανεβάζοντας τα υλικά με το μουλάρι. Λιθαράκι-λιθαράκι έγινε αυτό το πράγμα. 





Στην αρχή έφτιαχνε τα φαγητά στην παραλία εκεί κάτω στο πατρικό του σπίτι και τα έφερνε στο ταψάκι σκαλί - σκαλί μέχρι το κάστρο…μέσα στη τρέλα όλα  !!!

Ούτε λεφτά δεν έπαιρνε όταν έκλεινε την Ανατολή Ο,τι ήθελε ο καθένας να δώσει τ'άφηνε πάνω στο ψυγείο !!! Ετσι ήταν ο Ξηντάρης...κι ετσι συνεχίζει να είναι...


Ετσι το είχε φτιάξει το μαγαζί για αγάπη μόνο... για τους φίλους του και για να τραγουδά τα σώψυχά του...΄

Ο,τι θέλαν οι φίλοι κι όποια παραγγελιά την άκουγαν ακόμα και ξημερώματα στήν Ανατολή..




 Η «Ανατολή» είναι πλέον το παιδί του. Το χειμώνα πάει και  κάθεται  μόνος του στην πεζούλα, και αγναντεύει το πέλαγος. 

Έχει χύσει πολύ ιδρώτα γι αυτό το μαγαζί και το αγαπάει. 

Η «Ανατολή» βρίσκεται εκεί πάνω στο παλιό κάστρο 36 χρόνια τώρα, απ’ το 1982 όταν το έχτισε πέτρα - πέτρα με τα χέρια του. Και το ξέρουν πολλοί το μαγαζί απο Ελλάδα μέχρι και στο εξωτερικό.




Στην Ανατολή του Ξηντάρη τα τραπέζια βλέπουν στο απέραντο Αιγαίο ντυμένα με αυθεντική σπιτίσια ατμόσφαιρα προσφέροντας προσεγμένους μεζέδες,κρασί,ούζο και τσίπουρο 



Ο χώρος των μουσικών ένα γωνιακό
απέριττο τραπέζι.Κομμάτι της παρέας κι εκείνοι, με διαχρονική αξία τα τραγούδια τους.






Στη κιθάρα και το μπουζούκι οι νεαροί Ξηντάρηδες, η συνέχεια του Γιώργη.Πρόσωπα νεανικά, όμορφα κι ερωτικά βλέμματα, φωνές δουλεμένες απ' το μεράκι του πατέρα.


Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι  δρόμος. Αν φύγεις απ’ αυτό το δρόμο, ξέφυγες. Κι οι τρεις τους βαδίζουν πάνω σ’ αυτό το δρόμο κι έχουν τη δική τους  ταυτότητα.




Ρεμπέτες είναι οι απλοί άνθρωποι, οι σωστοί, μερακλήδες κι γενναίοι. Πρέπει να αγαπά κανείς  το συγκεκριμένο τραγούδι και να είναι μερακλής. 



Ξέρεις τι θα πει μερακλής; Ότι αγαπάς έντονα και φροντίζεις το δικό σου άνθρωπο. Άλλοι το παρεξηγούν, με τεκέδες, χασίσια και τέτοια. Δεν ήταν έτσι  οι ρεμπέτες ήταν οικογενειάρχες, σωστοί, λαϊκοί άνθρωποι.

Καθώς τελειώνει η βραδυά στην Ανατολή, ποτισμένη με τον Πεπαρήθιο οίνο, ο νους μου τρέχει πίσω εκεί στην ιστορία του κάστρου αιώνες πριν ο Ξηντάρης χτίσει το δικό του Ναό.





Το Ενετικό κάστρο της Σκοπέλου, από το οποίο διασώζονται μόνο τα ερείπια του τοίχους, βρίσκεται στη θέση του αρχαιότερου οικισμού του νησιού, την Πεπάρηθο.

Επισκευάστηκε από τους Ενετούς το 13ο αι. και αποτελεί ενιαίο τμήμα με την υπόλοιπη χώρα της Σκοπέλου.

Το Κάστρο είναι ορατό από κάθε σημείο της Χώρας.

Εκεί θα καταλήξετε ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια από την Παναγίτσα του Πύργου στην άκρη του Λιμανιού.

Σήμερα έχει και αρχαιολογικό αλλά και τουριστικό ενδιαφέρον καθώς στη κορυφή του θα συναντήσετε τον Γιώργο Ξηντάρη, έναν από τους τελευταίους της ρεμπέτικης μουσικής.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου