Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Η ταβέρνα του Γιαβρούμ στου Ψυρρή ήταν η πιο παλιά και μακροβιότερη ταβέρνα που υπήρξε στην Αθήνα


                                            1931

Η παλιά ταβέρνα, που ήταν σχολείο και καταφύγιο, αποθετήριο πόνου και χαράς, εδώ και χρόνια έχει εξαφανιστεί. Εξαφανίστηκε μαζί μ' έναν ολόκληρο κόσμο για τον οποίο η χρονική ακρίβεια δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας και που η καθημερινότητα δεν είχε ευκολίες, αλλά είχε ήρεμο ρυθμό.

Σήμερα σώζονται κάποιες ταβέρνες που αριθμούν κάμποσες δεκαετίες ζωής, διακρίνονται για την κουζίνα τους, αλλά οι δόξες των παλιών ημερών δύσκολα ανιχνεύονται.

Ταβέρνα σήμαινε βαρέλια, κρασί, τσούγκρισμα, μυρωδιά ρετσινιού, κνίσα, όργανα, μεράκι, συντροφικότητα, τραγούδι. «Στην ταβέρνα μαζί με το τραγούδι άκουγες και την ψυχή», είχε πει κάποιος παλιός μουσικός.

Αν δεν κάτσεις στης ταβέρνας το σκαμνί, δεν ξέρεις πόσες γωνιές έχει ο κόσμος.
Τούρκικη παροιμία




Γλέντι με λατέρνα και ντέφι σε παλιά αθηναϊκή ταβέρνα. Στον τοίχο τσότρες και πορτρέτα ηρώων της Επανάστασης, στο βάθος τα βαρέλια, η ψησταριά και η σούβλα με το κοκορέτσι και μπροστά ο μάγκας που χορεύει.

Η Πλάκα και του Ψυρρή, οι δύο παλιότερες γειτονιές της Αθήνας, ήταν κρασογειτονιές.Κάθε στενό και ταβέρνα. Εκεί βρίσκονταν οι περισσότερες και παλιότερες ταβέρνες. Η πιο παλιά βρισκόταν στου Ψυρρή. Ήταν η ταβέρνα του Γιαβρούμ.

Την ανακάλυψαν οι δημοσιογράφοι τον Φλεβάρη του 1931 και χάρη σε όσα γράφτηκαν τότε έχουμε μερικές πληροφορίες για μια ιστορική και εξαφανισμένη πλέον αθηναϊκή ταβέρνα.


               
Η ταβέρνα του Γιαβρούμ το 1931 μέτραγε πάνω από εκατό χρόνια ζωής. Βρισκόταν στου Ψυρρή, στο στενάκι της Ωγύγου, στο βάθος μιας μάντρας. 

Αν δεν την ήξερες, δύσκολα την έβρισκες, γιατί από τον δρόμο δεν γνωριζόταν. Έμπαινες στη στενόμακρη αυλή. Δεξιά ήταν το καμαράκι του χειμώνα, το ιδιαίτερο. Η καθαυτό ταβέρνα ήταν στο βάθος της αυλής. Ήταν ανοιχτή, είχε μόνο δύο τοίχους και ένα σκέπασμα. 

Μερικά δέντρα και οι τοίχοι των διπλανών σπιτιών έκοβαν κάπως τον αέρα. Εκεί ήταν οι πάγκοι, τα τραπέζια, οι καρέκλες, τα μπακιρένια κατοστάρια, τα ποτήρια, το μαρμάρινο τεζάκι, το τζάκι και πιο πίσω τα βαρέλια. 

Εκεί και μια επιγραφή που έλεγε «Πιε το όλο». Τα όργανα βρίσκονταν κρεμασμένα στο ιδιαίτερο. Τα ξεκρεμούσαν οι βλάμηδες που κάθονταν εκεί κι έπιναν προφυλαγμένοι από το κρύο κι άρχιζαν το γλυκό τραγούδι.

Σε μια μικρή στη γειτονιά,

που η δική της απονιά

έκαψε φυλλοκάρδια,

τραγούδια της εχάρισες,

μ' άδικα κομπανιάρισες,

γιατ' είχε άλλος βάρδια.

Οι δυο τοίχοι της ταβέρνας στολίζονταν από δυο τοιχογραφίες. Η μια παρίστανε την Ύδρα με τα αμφιθεατρικά σπίτια της, τα καταπράσινα βουνά, τον παραλιακό δρόμο και το λιμάνι με τις βαρκούλες.

                                                      Ύδρα 1907


Η άλλη τοιχογραφία παρίστανε την Αφροδίτη να κοιμάται ολόγυμνη κάτω από μια μηλιά γεμάτη καρπούς και πιο πέρα ο Πάνας να φεύγει φορτωμένος μ' ένα κρασοβάρελο. Πλήθος ερωτιδείς περιτριγύριζαν την Αφροδίτη και έριχναν βέλη στον Πάνα. Τις τοιχογραφίες είχε κάνει ένας Γερμανός, μεγάλη κρασοκανάτα, που δεν ήθελε άλλη πληρωμή από «γκρασί».

Ο ταβερνιάρης ήταν ένας παλιός Αθηναίος. Τον παρανόμαζαν Γιαβρούμ κι έτσι τον ήξεραν όλοι. Οικογενειακό παρανόμι που τους το κόλλησε στα παλιά χρόνια κάποιος Τούρκος.

Του Ψυρρή και η Πλάκα είναι οι πιο παλιές συνοικίες της Αθήνας. Έμεναν παλιοί Αθηναίοι, απόγονοι εκείνων που κατοικούσαν στην Αθήνα από τον καιρό της Τουρκοκρατίας ακόμα. Η ταβέρνα του Γιαβρούμ πήγαινε από πατέρα σε γιό επί τέσσερις γενιές.

Ο Φώτος Γιοφύλλης, απεσταλμένος της εφημερίδας Ελεύθερος Άνθρωπος, βρήκε τον Γιαβρούμ να κάθεται με τον ναργιλέ του και το ποτήρι του.

Εξηντάρης, μερακλής και ανοιχτόκαρδος, με τα άσπρα μουστάκια του κιτρινισμένα από τον καπνό.

Ο Γιαβρούμ συστήθηκε: «Αντώνιος Π. Αναστασίου λέγομαι, μα παρονομάζομαι Γιαβρούμ. Έτσι μονάχα με βρίσκετε. Και αν θέλετε να μάθετε για την ταβέρνα, είναι η παλιότερη της Αθήνας. Είναι εκατό χρονών».

Υστερα διάταξε το παιδί της ταβέρνας να φέρει κέρασμα -μισή και ποτήρια- και φωτιά για τον ναργιλέ του.

     
Ο Γιαβρούμ πίνει ναργιλέ και πίσω του το παιδί τηςταβέρνας.



«Εβίβα κι όξω απ' άδικο», ευχήθηκε ο Γιαβρούμ, ήπιε και σκούπισε με το δάχτυλο τα μουστάκια του.

«Την ταβέρνα αυτή την είχε ο πατέρας του παππού μου. Αυτά μου τα 'πανε άνθρωποι που ξέρανε. Πιο πριν δεν ξέρω ούτε εγώ. Αυτός λοιπόν ο προπάππος μου που είχε την ταβέρνα ήταν ο περίφημος Κόλιας ο Κουλουργιώτης. Πολέμησε με τον στρατηγό τον Μακρυγιάννη στον πόλεμο του Κάστρου».

«Την πολιορκία της Ακρόπολης θέλει να σας πει», εξήγησε κάποιος πελάτης.

«Σώπα ρε»,φώναξε με τη βαριά φωνή του ο Γιαβρούμ.

«Αυτό δηλαδή είναι το παρντόν;»ρώτησε ο πελάτης.

«Έτσι το ξέρω εγώ», του απάντησε ο Γιαβρούμ και συνέχισε την αφήγηση. «Στην αρχή ολόκληρη η μάντρα ήταν ταβέρνα πέρα για πέρα. Έπειτα χωρίστηκε. Γίνηκε αδερφομοιράδια και μίκρυνε. Κι έμεινε τούτη που είναι σήμερα. Έτσι την πήρα εγώ στα χέρια μου εδώ και σαράντα χρόνια. Όταν την πήρα από τον πατέρα μου, πουλούσαμε 30 λεφτά την οκά τη θαυμάσια ρετσίνα μας. Μια δεκάρα και μια πεντάρα μισή οκά».

Στην εποχή του πατέρα του Γιαβρούμ η συνοικία του Ψυρρή είχε μονάχα τρεις ταβέρνες κι η καθεμία είχε τρία βαρέλια. Τούτη ήταν η πιο ακρινή κι ύστερα αρχίζανε τα χωράφια. Υπήρχαν μόνον μερικά σπίτια στην Πειραιώς και τα Ιππικά στην πλατεία Κουμουνδούρου.

Βασανιζόμασταν για να πουλήσουμε τρία βαρέλια τον χρόνο».

«Μεζέδες δίνατε;»

«Τα ζούματα δεν μας έλειπαν. Είχαμε κι ελιές πράσινες και μαύρες θρούμπες. Και κανένα μπακαλιαράκι τηγανιτό, μαριδίτσα και κολοκύθα τηγανιτή. Μα και μπεκάτσες».

«Κυνήγι μπεκάτσες;»

«Μπεκάτσες λέγαμε τα κρεμμύδια».

                          Ο μπαρμπα-Αντώνης ο Γιαβρούμ.




Το στουμπιστό κρεμμύδι, αν μάλιστα ήταν και βατικιώτικο, ήταν εκλεκτός μεζές για τους κρασοπατέρες.

Στα χρόνια του Γιαβρούμ η ταβέρνα ήταν μόνο κρασοπουλιό. Κέρναγε βαρελίσιο κρασί τους θαμώνες κι έδινε κρασί για το σπίτι. Δεν είχε μεζέδες παρά μόνον σπιτικά παξιμάδια από άσπρο και μαύρο ψωμί. 

Όσοι δεν ήθελαν να πιούν ξεροσφύρι έφερναν τους δικούς τους μεζέδες. Τους ακούμπαγαν με το χαρτί πάνω στα τραπέζια ή μέσα σε πιάτα που τους έδινε ο Γιαβρούμ. Τα τραπεζομάντιλα δεν συνηθίζονταν.

Τέτοια κρασοπουλιά υπήρχαν στην Αθήνα μέχρι τη δεκαετία του '90. Στα Πατήσια υπήρχε ένα ημιυπόγειο με κάμποσα βαρέλια που πουλούσε κρασί για το σπίτι. Είχε τρία τέσσερα τραπέζια όπου κάθονταν οι πότες κι έπιναν ήσυχα κι αργά το κρασί τους. 

Συνομήλικοι του μαγαζάτορα, απόμαχοι της ζωής, έβρισκαν εκεί φρέσκο κρασί και συντροφιά. Το μαγαζί δεν πρόσφερε μεζέδες εκτός από καμιά ελιά. Δεν είχε ούτε ταμπέλα ούτε όνομα. Δεν ήταν ούτε όμορφο ούτε γραφικό. Μόνον που μοσχοβολούσε ξύλο και κρασί. Κάποιος το βάφτισεκρασοδικείο.

Λέγανε πως στην ταβέρνα του Γιαβρούμ κάθισε ο Όθωνας και ήπιε κρασί. Δεν αποκλείεται. Πολλοί Αθηναίοι των σαλονιών και των ανακτόρων κατέβαιναν στου Ψυρρή.

                     Ο Όθωνας με ελληνική φορεσιά, 1865.



Ο Γιαβρούμ θυμήθηκε παλιές δόξες και απαρίθμησε ονόματα νοικοκυραίων, κουτσαβάκηδων και άλλων που ξαπόσταιναν στους πάγκους της ταβέρνας και ανασταίνονταν από το κρασί. 

Ο Παναγής Νταβέλος, ο Ντέγλερης, ο Κώστας ο Μπάρδης, ο Κωσταντάρας , ο Λιμόχοβας, ο Σαμαρτζής, ο Προκόπης, ο Νταλέκος. Νοικοκυραίοι και παλιά ονόματα του Ψυρρή.

«Ο Νταμιτζής κι ο Μπαρουξής», πρόσθεσε ένας πελάτης από άλλη παρέα. «Όχι, σώπα!» φώναξε ο κυρ Αντώνης. «Εσύ δεν ξέρεις. Αυτοί δεν πίνανε κρασί. Καλοί νοικοκυραίοι, μα δεν ερχόντουσαν εδώ».

Η φήμη της ταβέρνας έφερνε κι άλλους από άλλα μέρη που θέλανε να πιούν φρέσκο κρασί από κάνουλα. Πήγαινε ο γερο-Καλούδης με τη φουστανέλα του, ο Κούλουρης ο μπουρλοτατζής που του χάλασε τα μάτια το μπουρλότο, ο γερο-Μανταδάκης, ο Τάσος Ξηροτάγαρος, ο Συμεών Νικολάκης, ο στρατηγός Γιαννηκώστας με τον ντουλαμά.

«Ερχότανε κι ο Διαμαντής ο Μαρκουλογιάννης, που είχε κάνει πέντε ή έξι φόνους», συνέχισε ο Γιαβρούμ. «Τότε ήτανε το παλικαριάτικο να 'χει κάνει κάποιος φόνους. 

Ακόμα και μια γυναίκα, η κυρία Χαρίκλεια Βέργη, σκότωσε έναν δικηγόρο. Ο Γιάγκος ο Μιάμισης, ο Αγγελάκης ο φημισμένος λεβέντης, μαναβάκι στου Ψυρρή, ο Δημήτρης και ο Θόδωρος οι Τσούτσηδες, ο Παλέας, ο Μιστόκλης, ο Αντωνάκης το Αντριωτάκι... Κουτσαβάκηδες. 

Τότες είχανε μερικοί το ζωνάρι λυμένο για να το πατήσει κανείς, να του κάμουνε καυγά και να τον σκοτώσουνε. Αλλά από την εποχή που ο Μπαϊρακτάρης ήταν διευθυντής της αστυνομίας δεν υπάρχουν πια κουτσαβάκηδες στου Ψυρρή».

Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, αστυνομικός διευθυντής Αθηνών (από το αρχείο του ΕΛΙΑ)



Ο Μπαϊρακτάρης, από το 1893 που έγινε αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, κυνήγησε αλύπητα τους μάγκες του Ψυρρή με την ψαλίδα και το ρεζίλεμα. 

Τους έκοβε τα αφόρετα μανίκια των σακακιών (οι κουτσαβάκηδες μισοφορούσαν έτσι το σακάκι, για να το βγάζουν εύκολα και να το τυλίγουν ασπίδα γύρω από το ελεύθερο χέρι τους σε περίπτωση που γινόταν καυγάς με μαχαίρια), έκοβε τα μακριά ζωνάρια τους που σέρνονταν στο δρόμο, τους ψαλίδιζε τα λιγδωμένα τσουλούφια και τα τσιγκελωτά μουστάκια, σύμβολα ομορφιάς και μαγκιάς. 

Αυτά γίνονταν δημόσια, στην πλατεία Κλαυθμώνος, για να είναι διπλός ο εξευτελισμός. Ύστερα, με την απειλή του βούρδουλα, τους υποχρέωνε να σπάσουν οι ίδιοι τα όπλα τους μ' ένα σφυρί. Πόνος και εξευτελισμός μαζί. Συνήθως ακολουθούσε η φυλακή.

Ο Γιαβρούμ είχε χρηματίσει ιπποκόμος του Μπαϊρακτάρη στη Λαμία και τον θεωρούσε παλικάρι σπουδαίο και τρομερό. Το ίδιο τρομερός ήταν κι ο αδερφός του ο Κολίνος, που βάσταγε στα χέρια του δύο σφαγμένα τραγιά και δυο χασάπηδες τα γδέρνανε.

Στην ταβέρνα του Γιαβρούμ πήγαιναν και δημοσιογράφοι. Ο Θέμος Άννινος, ο Βαρβέρηςπου έβγαζε τον Παλιάνθρωπο, ο Κακλαμάνος που έγινε πρεσβευτής και ο Τριανταφύλλουτου Ραμπαγά.

«Ταχτικοί ήντουσαν. Μα κι ο Σουρής ξέπεφτε πότε πότε κατά δώθε. Καθότανε σε μια γωνιά, παράγγελνε το κρασάκι του, έβγαζε χαρτί κι βολύμι και γράφοντας γέλαγε μοναχός του», θυμάται ο Γιαβρούμ.





Αυτόν τον είχαν φέρει στην Αθήνα προστατευόμενό τους ο Πάλλης και ο Κοτζιάς, οι συνεταίροι του ιστορικού χαρτοπωλείου. Πήγαινε στου Γιαβρούμ και έπινε οκάδες ολόκληρες. Μεγάλη κρασοκανάτα. 

Μια μέρα του 'ρθε να ζωγραφίσει τους τοίχους. Ούτε του το ζήτησαν ούτε του είπαν τι να φτιάξει. Ούτε κι εκείνος ήθελε λεφτά. Ζήτησε να του βάλουν κασόνια στη σειρά και ανέβαινε πάνω τους και ζωγράφιζε. 

Απάνω σε κάθε κασόνι ήθελε να του έχουν ποτήρια με κρασί για να πίνει. Όλη την ώρα φώναζε: «Γκρασί, γκρασί, φέρε με τον γκρασί!». Ζωγράφιζε κι έπινε.

Όλους τους τοίχους γέμισε με ζωγραφιές του. Αλλά η βροχή τις χάλασε. Πλάι στην Ύδρα είχε ζωγραφίσει μια βρύση που έτρεχε κρασί και πλάι της έναν δράκοντα.

Η ταβέρνα του Γιαβρούμ ξεθώριασε όπως οι ζωγραφιές στους τοίχους της και κάποια στιγμή θα έσβησε αθόρυβα, φορτωμένη με έναν αιώνα ζωής. 

Το 1931, στην αναβίωση της παλιάς αθηναϊκής αποκριάς, την ανακάλυψαν οι δημοσιογράφοι κι έγραψαν για την ταβέρνα-εθνικό μνημείο, που άνοιξε αμέσως μετά την Επανάσταση, που ένας από τους ιδιοκτήτες της πολέμησε τους Τούρκους και που κάποτε κάθισε ο Όθωνας κι ήπιε κρασί. 

Ο Γιαβρούμ δεν ήξερε να πει πότε και πώς έγινε το περιστατικό με τον Όθωνα. Έτσι το άκουσε από τον πατέρα του. Φύλαγε όμως πάντα στο χρονοντούλαπό του με καμάρι ένα κειμήλιο: «Να δεις το χαρτί αυτό και να σε πιάσει μερμιρία». Το χαρτί του Μακρυγιάννη, που βεβαίωνε ότι ο προπάππος του είχε λαβωθεί στο Κάστρο.


***

Η κρίση της δεκαετίας του '30 είχε μεγαλώσει την απόσταση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ο κόσμος των παρκέ και των φασαμέν, των γραμμοφώνων και των τζαζμπάντ, που το βράδυ φορούσε σμόκιν και τουαλέτες και διασκέδαζε στη Στρέλνα και στο Κιτ-Κατ και που όταν έπινε ρετσίνα, την έκοβε με Σάριζα, θεωρούσε την ταβέρνα υποδεέστερη και τους θαμώνες της κοινωνικό περιθώριο.


Γι' αυτό ο Σώτος Πετράς, έγραψε στη Στήλη του Τζογέ τον Φεβρουάριο του 1931:


Λοιπόν, κύριοι και κυρίες, σαχλαμάρες και αρλουμπολόγοι του Ντορέ, Γιαννάκη και των λοιπών γαμπρονυφοστασίων. Βάλτε το καλά στο μυαλό σας και κάντε μόκο προκειμένου να μιλήσετε και να εχτιμήσετε τι εστί ταβέρνα.



Εσύ κυρία Κικίτσα και κυρία Μαρικούλα αριστοκράτισσα, κι εσύ Μιμή και Τοτό αριστοκράτες κουνιστοί, σκάστε που λέτε πως οι ταβέρνες είναι πρόστυχο κέντρο και πως κει μέσα πάνε οι καυγατζήδες και οι παλικαράδες, πως οι ταβέρνες είναι αφορμή να γίνονται οι φόνοι και οι τσακωμοί, πως, πως πως και τον κακό σας τον φλάρο.


Ταβέρνα θα πει ιερό εκκλησίας, ταβέρνα θα πει κλινική που ο Θεός την έφτιαξε για κάθε αρρώστια, ταβέρνα θα πει κάτι που μόνο εκείνοι που τη λατρεύουν καταλαβαίνουν.


Στην ταβέρνα δεν γίνονται φόνοι ούτε η ταβέρνα ποτέ έγινε αφορμή για αιματοχυσία. Τώρα αν πίνουνε κάτι σαχλέ ολέδες σαν και σας και μεθάνε και παρεξηγούνται, αυτοί είναι του γλυκού νερού μπεκρήδες και δεν καταδεχόμαστε ούτε με γιαούρτι να τους ντουφεκίσουμε...


Η ταβέρνα, ρε σεις, είναι η Κοινωνία των Εθνών, η ειρηνοποιός των πάντων, είναι...

Πόσες παρέες για χατίρια

αγάπης δεν μαλώσανε

και στο στενό μας τσακωθήκανε;

Μα ύστερα σαν ανταμώσανε,

ευθύς τσουγκρίσαν τα ποτήρια

στο καπηλιό κι αδελφωθήκανε.

Το τσούγκρισμα των ποτηριών, το σύμβολο της πίστεως της θρησκείας των κρασοφίλων Κρασιανών γεφυρώνει κάθε άλλο τσούγκρισμα και αδελφώνει το σύμπαν. Αν είχαν τις ταβέρνες μας και κάνανε ρετσίνα όλα τα κράτη, θα 'χε καταργηθεί ο πόλεμος, ρε σαχλαμάρηδες! Ορίστε;


Ο Τζογές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου