Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Πρωτομαγιά 1944: Η άνανδρη εκτέλεση 200 Ελλήνων από τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής στο σκοπευτήριο της Καισαριανής - Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών (ΦΩΤΟ - ΒΙΝΤΕΟ)




Η εκτέλεση των 200 πατριωτών από τους Γερμανούς στην Καισαριανή ως αντίποινα για τον θάνατο ενός στρατηγού τους στη Σπάρτη. Ήταν εξόριστοι επί δικτατορίας Μεταξά...


Η εκτέλεση των 200 Ελλήνων πατριωτών είναι μία από τις πλέον αιματοβαμμένες σελίδες της αντίστασης κατά των Ναζί στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 


Σκοπευτήριο Καισαριανής. Η αναγνώριση των νεκρών. (Από το βιβλίο Η ματωμένη καρδιά της Ελλάδας)


" Οι πρώην κρατούμενοι ήταν κομμουνιστές εξόριστοι επί δικτατορίας Μεταξά στην Ακροναυπλία, την Ανάφη και τον Αϊ-Στράτη. Τους εκτέλεσαν ως αντίποινα για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού και τριών αξιωματικών στους Μολάους της Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944. "

Οι εκτελεσθέντες κρατούνταν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι. Νωρίς το πρωί μετά το προσκλητήριο, εκφωνήθηκε ο κατάλογος των μελλοθάνατων που είχε συνταχθεί στα γραφεία των Ες Ες και της Ειδικής Ασφάλειας στην οδό Μέρλιν. 




Οι 200 μεταφέρθηκαν στο σκοπευτήριο με δέκα φορτηγά και κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έγραφαν σημειώματα και τα πετούσαν στο δρόμο. Παραλήπτες ήταν η μάνα, ο πατέρας, τα αδέλφια, οι αγαπημένοι τους άνθρωποι και οι συναγωνιστές τους. 

Οι περαστικοί ήταν οι ταχυδρόμοι που θα μετέφεραν τα μαντάτα… 



Η επιστολή του γεωπόνου Νίκου Μαριακάκη.     


«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος», έγραψε ο Νίκος Μαριακάκης, γεωπόνος από τα Χανιά. 



Τιμή και σεβασμό εμπνέει η στάση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, στον οποίον οι Γερμανοί προσέφεραν τη ζωή επειδή γνώριζε πέντε γλώσσες και τον χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα. 



Ναπολέων Σουκατζίδης



Έπρεπε όμως κάποιος άλλος να πάρει τη θέση του. Απάντησε ότι θα δεχόταν να ζήσει μόνο εάν δεν πήγαινε κάποιος άλλος στο εκτελεστικό απόσπασμα, αντί για αυτόν! 

Οι Γερμανοί δεν συγκινήθηκαν. 


 Η διαταγή εκτέλεσης όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο. 


Η διαταγή για τις εκτελέσεις 


H διαταγή για τις εκτελέσεις δημοσιεύτηκε στον κατοχικό Τύπο στις 30 Απριλίου του 1944 και προέβλεπε ακόμα και τυχαίες εκτελέσεις περαστικών στους Μολάους προς Σπάρτη.


 «Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους, κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. Ως αντίποινα διατάχτηκε: 
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων. 
Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς. 

Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος». 


Στην τελευταία φράση περιγράφεται κυνικά ότι τα αντίποινα είχαν ήδη ξεκινήσει από Έλληνες συνεργάτες των κατακτητών. 

Σύμφωνα με το βιβλίο του Θανάση Χατζή, «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε», η διαταγή σκόρπισε τον φόβο στις τάξεις του ΕΑΜ. 

Έγιναν συγκεντρώσεις και ψηφίσματα προς την ελληνική διοίκηση να ματαιωθεί η σφαγή. Πολλές γυναίκες κρατουμένων ζήτησαν ακόμη και την παρέμβαση του αρχιεπισκόπου.


Ο τόπος της εκτέλεσης στο σκοπευτήριο της Καισαριανής 


Σχεδόν οι 170 από τους 200 ήταν πρώην κρατούμενοι στην Ακροναυπλία και οι υπόλοιποι πρώην εξόριστοι στην Ανάφη. 

Η μεταφορά στον τόπο της εκτέλεσης γίνονταν ανά 20 άτομα.

Οι αυτόπτες μάρτυρες διηγήθηκαν, ότι το χώμα δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα. 

Ο Σουκατζίδης, αν και ήταν το νούμερο 71, μπήκε στην τελευταία εικοσάδα για να επιτελέσει τον ρόλο του μεταφραστή. Όταν οι πρώτοι 20 στήθηκαν στον τοίχο, ο Γερμανός αξιωματικός τον ρώτησε εάν είχαν κάτι να πουν. 


" Οι μελλοθάνατοι φώναξαν «Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η λευτεριά»."


Τα πτώματά τους μετέφεραν στα φορτηγά, οι επόμενοι 20 που επρόκειτο να εκτελεσθούν στο σκοπευτήριο. 

Το εφιαλτικό δρομολόγιο επαναλαμβάνονταν μέχρι να δολοφονηθούν όλοι. 

Λίγο μετά τις 10 το πρωί, οι Γερμανοί ήρωες, είχαν ολοκληρώσει το έργο τους, απέναντι σε αθώους πατριώτες, που ως κρατούμενοι από την εποχή του Μεταξά, δεν τους είχαν πολεμήσει ποτέ. 

Οι καμπάνες στις εκκλησίες της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα.... 


Μια νέα κοπέλα από τη Χίο που ζούσε στο Μετς, η Σεμίραμις, υπέστη καρδιακό επεισόδιο την Πρωτομαγιά του 1944, όταν είδε το αίμα να ρέει από ένα φορτηγό των Γερμανών που μετέφερε στην καρότσα τα πτώματα των εκτελεσμένων από το σκοπευτήριο. 

Η νέα γυναίκα λιποθύμησε και το πρόβλημα στην καρδιά την ταλαιπώρησε για όλη την υπόλοιπη, σύντομη ζωή της. 

Ήταν ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους δεν έγραψε ποτέ η ιστορία, αλλά βάραινε πάντα τη ψυχή της το αίμα 200 αθώων που είδε να κυλά από ένα γερμανικό καμιόνι....



«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές» έγραψε στην πορεία του προς το θάνατο ο Μήτσος Ρεμπούτσικας


Ο Ναπολέων Σουκατζίδης στο δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα γράφει στον πατέρα του: «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου».


Στην αρραβωνιαστικιά του: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου». 


Ναπολέων Σουκατζίδης: Σημείωμα προς την αρραβωνιαστικιά του Χαρά Λιουδάκι, Πρωτομαγιά 1944.


Στην κουνιάδα του:
«Δίδα Μαρία Λιουδάκη. Ιεράπετρα Κρήτης.
Αδελφούλα μου, πάω για εκτέλεση. Σε λάτρευα πολύ, όσο λάτρευα και τη γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να σάς κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στον μπαμπά όσο να ζει. Γειά σου, γειά σου λατρευτή μου αδελφούλα.
Ναπολέων 1-5-44».




Ναπολέων Σουκατζίδης: Σημείωμα προς την αδερφή της αρραβωνιαστικιάς του, Μαρία Λιουδάκι, Πρωτομαγιά 1944.




Το ίδιο δωρικά και τα γράμματα των άλλων ηρώων.

 Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας: «Γεια και χαρά! Σας φιλώ όλους με πολλή αγάπη». «Πρωτομαγιά. Γεια σας, όλοι πάμε στη μάχη».


Κώστας Τσίρκας: Το τελευταίο σημείωμα του, 01 Μαΐου 1944


Ο εργάτης μεταλλουργός Σάββας Σαββόπουλος: «Ας μάθει όλη η Ελλάδα, δε χάσαμε την πίστη μας στην τελική νίκη της Σοβιετικής Ενωσης… Καμία δύναμη δε θα τσακίσει το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ θα νικήσει. Καλώ τον αδελφό μου με σκληρή δουλιά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ».

Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: «Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές».


 Μήτσος Ρεμπούτσικας:Το τελευταίο σημείωμα του, 01 Μαΐου 1944


Ο Νίκος Μαριακάκης: «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος». 




Ανάμεσα στους 200 εκτελεσθέντες ήταν και πέντε (5) κομμουνιστές  
αγωνιστές, από το Νομό Κοζάνης. Ο 38χρονος οικοδόμος Νικόλαος Πλακοπίτης από την Κοζάνη, ο Γιάννης Στάθης (Γιαννάκος) από τα Σέρβια, Ο Αιβατζίδης Γιώργος μάγειρας από τα Σέρβια, οΒασίλης Παπαβασιλείου από το Βελβεντό και ο Δημήτρης (Μίτος) Δημητριάδης του Κων/νου από την Πτολεμαΐδα.



Νικόλαος Πλακοπίτης από την Κοζάνη


Απο Λευκάδα Κώστας Γιαμαλάκης -Βασίλης Φίλιππας






Οι έντεκα οικοδόμοι που εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944 ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ -ΔΑΝΔΙΝΙΔΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ - ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ - ΚΑΡΑΤΖΑΣ ΠΑΥΛΟΣ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΛΕΚΟΣ - ΜΗΤΣΗΣ ΗΡΑΚΛΗΣ - ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (Μήτσος)- ΠΙΤΤΑΚΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΠΛΑΚΟΠΙΤΗΣ ΝΙΚΟΣ - ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ = ΤΖΩΡΤΖΑΤΟΣ ΚΩΣΤΑΣ


                Μήτσος Παπαδόπουλος - Απόστολος Συνοδινός





Η Λέσβος είχε τη δική της συμμετοχή στη μεγάλη αυτή θυσία




Η Λέσβος είχε τη δική της συμμετοχή στη μεγάλη αυτή θυσία
Η Λέσβος είχε τη δική της συμμετοχή στη μεγάλη αυτή θυσίαΣτο Σκοπευτήριο της Καισαριανής εκείνο το διάστημα γίνονταν σχεδόν κάθε μέρα εκτελέσεις! «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών»:

Σημειώματα που τα έραβαν στη φόδρα του σακακιού, ή τα πετούσαν κάτω στο δρόμο από την καρότσα του φορτηγού που τους πήγαινε στον τόπο εκτελέσεων, ή άφηναν σε συγκρατούμενους τους με την παράκληση να τα περάσουν στους επόμενους, αν τυχόν πάνε κι εκείνοι για εκτέλεση -από ανθρώπους όπως:

Γλέζος Νίκος 22 χρόνων, από την Πάρο: «Αγαπητή μητέρα, σας φιλώ. Χαιρετισμούς. Σήμερα πάω για εκτέλεση πέφτοντας για τον ελληνικό λαό».


Το τελευταίο σημείωμα του Νίκου Γλέζου, αδελφού του Μανόλη Γλέζου, 10 Μαΐου 1944



Ο νεαρός Δημήτρης Σοφής από την Πεντέλη με μόλις οκτώ λέξεις: «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα».

Ηταν, έγραψε ο Νίκος Καραντηνός, «μέρα μουντή πνιγμένη στην ομίχλη. Λένε όσοι τη ζήσανε, πως το πρωινό εκείνο πνιγόσουν. Δεν ανάσαινες. Ηταν Δευτέρα. Ηταν Πρωτομαγιά του 1944. Και το ημερολόγιο έλεγε πως ο ήλιος θα ‘βγαινε στις 5.33΄… Από την Κυριακή κιόλας το ρολόι της ζωής για 200 παλικάρια είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση.
Ηταν 200 αντιφασίστες. Δεσμώτες όλοι της Ακροναυπλίας κι εξόριστοι της Ανάφης, που η μεταξική δικτατορία τους είχε παραδώσει στους χιτλερικούς. Μια τραγωδία με 200 πρωταγωνιστές… 


Λυκουρίνος Ανδρέας, 14 χρόνων, από την Καλλιθέα: «Πατέρα, με πηγαίνουν στην Καισαριανή για εκτέλεση με άλλους επτά κρατούμενους. Μη λυπάστε! Πεθαίνω για τη Λευτεριά και την Πατρίδα».

Αμπελογιάννης Σπήλιος, 22 χρόνων, από την Ηλεία: «Έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι αγωνιστές. Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η Λευτεριά! Ζήτω ο ελληνικός λαός!

 Κιοσές Λευτέρης, 19 χρόνων, από το Χαλάνδρι: «… Δεν τρέμω καθόλου, αλλά γράφω όρθιος. Αναπνέω για τελευταία φορά το μυρωμένο ελληνικό αέρα. Χαίρε Ελλάδα, πατρίδα ηρώων. Ζήτω η πατρίδα!»

Κωνσταντοπούλου Ηρώ,17 χρόνων από την Αθήνα: «Υπομονή κι υπομονή, καρτέρι και καρτέρι, και τούτος ο Σεπτέμβριος τη Λευτεριά θα φέρει».

Λαμπρινίδης Μανώλης: «1-5-44. Αφήνω γεια σε όλους σας. Σας φιλώ όλους. Γεια σας για πάντα. Ζήτω η Ελλάς, ζήτω το ΕΑΜ!»

Λιτίνας Μανώλης,28 χρόνων, από την Κρήτη: «Σήμερα το πρωί τουφεκιζόμεθα. Πέφτουμε για την πατρίδα, με γέλιο στα χείλη για τη Λευτεριά. Πέφτουμε για τη Λευτεριά. Να είστε περήφανοι».

Μακρής Ιάκωβος, από το Γύθειο: «Έχω πολύ, μα πάρα πολύ θάρρος και αντιμετωπίζω την κατάσταση γελαστός. Να είστε υπερήφανοι. Κρατήστε ψηλά-ψηλά τη σημαία και θάψτε τον αιμοβόρο φασισμό, ξένο και ντόπιο. Το σώμα μας ας γίνει ολοκαύτωμα για τη λαοκρατία, θυσιάζοντάς το στο βωμό της Λευτεριάς».

 Μανωλόπουλος Κώστας, δάσκαλος από την Αμαλιάδα: «Πεθαίνω για τη Λευτεριά».

Μπούρας Κώστας, από το Μελιγαλά: «… Σας φιλώ όλους. Ζήτω η Ελλάδα!»

Ορφαντής Κώστας, 19 χρονών: «Αύριο,  θα με τουφεκίσουν. Ζήτω η γλυκιά μας Ελλάδα».

Ρεμπούτσικας Μήτσος, από την Αχαγιά Πάτρας: «Αγαπημένοι μου, ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που γίνεται. Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία. Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ».

Κούνδουρος Ρούσος, βουλευτής των Φιλελευθέρων, από τη Νεάπολη της Κρήτης, που πρωτοστάτησε στην ίδρυση του ΕΑΜ: «… Θα προχωρήσω περήφανος, γιατί γεννήθηκα Έλληνας. Δυστυχώς, το βάρος αυτής της κληρονομιάς δεν το αισθάνονται όλοι. Στρέφομαι σε σας, διαλεχτοί μου για να σας επαναλάβω εκείνο που πολλές φορές σας έλεγα. Η ζωή μου ανήκει στην πατρίδα. Καμιά θυσία δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη όταν γίνεται για την Ελλάδα και καμιά κληρονομιά δεν είναι πιο μεγάλη από εκείνη που αφήνει ένας τίμιος θάνατος για την πατρίδα».

Σαββόπουλος Σάββας, από την Καλλίπολη Θράκης: «Ας μάθει όλη η Ελλάδα πως ούτε στιγμή δεν χάσαμε την πίστη για την τελική νίκη. Καμιά δύναμη δεν θα μπορέσει να τσακίσει το Κ.Κ.Ε. Θα νικήσει!»

Σίρμπας Κώστας, 22 χρόνων, από τα Τρίκαλα Θεσσαλίας: «… Έχετε γεια! Ζήτω η Ελευθερία! Ήταν γραφτό να πεθάνω τον Απρίλη».

Σινάνογλου Σταύρος, καταγόταν από τη Μικρά Ασία: «Αγαπημένοι μου γονείς, όταν θα λάβετε την παρούσα επιστολή μου, εγώ δεν θα είμαι πια ζωντανός. Δεν θα κλάψετε για μένα. Δεν θέλω δάκρυα και θρήνους. Εσείς ξέρετε, διότι πάντα σας το έλεγα, ότι εγώ δεν θα πεθάνω άρρωστος στο κρεβάτι, αλλά θα πεθάνω όρθιος, μαχόμενος, και από μπαρούτι. Έτσι και θα γίνει σε λίγες ώρες. Μη στεναχωριέστε καθόλου. Το εναντίον, πρέπει να είστε υπερήφανοι για μένα, που θυσιάζομαι στον αγώνα για τη πατρίδα και την ελευθερία».

Τριανταφύλλου Σεραφείμ, από τα Μεγάλα Καλύβια Θεσσαλίας: «Αγαπητέ Νίκο, όταν θα πας στα Τρίκαλα, πέρνα από το χωριό μου και φίλα μου το γέρο μου. Οι κόποι του με έφεραν ως εδώ. Δεν ζηλεύω αυτούς που ζουν, μα αυτούς που θα ζήσουν σ’ ένα κόσμο ελεύθερο».

Τσάτσου Δήμητρα, 24 χρόνων, από τη Λάρισα: «Αγαπημένες μου φίλες, συντρόφισσες στον αγώνα για την Ελευθερία, πεθαίνω άξια και τιμημένα, σαν Ελληνίδα. Όμως μη λυπάστε. Άλλες θα ξεφυτρώσουν μετά το θάνατό μου, χιλιάδες. Μανούλα, χάνεις μια κόρη που δεν σου ανήκει, γιατί ανήκει πριν απ’ όλα στην Ελλάδα. Με το θάνατό μου γίνονται κόρες σου όλες οι κόρες της Ελλάδας κι εσύ γίνεσαι μάνα όλου του κόσμου και όλων των λαών που πολεμούν για τη Λευτεριά, τη δικαιοσύνη και την ανθρωπότητα. Είμαι περήφανη, ώστε δεν περίμενα τέτοια τιμή να πεθάνω εγώ, ένα φτωχό κορίτσι του λαού, για ιδανικά τόσο ωραία και υψηλά. Θα ήθελα η εκτέλεση μου να γίνει σ’ ανοιχτό χώρο για να ρίξω μια τελευταία ματιά μου στον Όλυμπο και στα βουνά όπου κατοικεί η αξία κι η ελπίδα της Ελλάδας. Στον τάφο μου φέρνετε, αν μπορείτε, κόκκινα λουλούδια. Τίποτ’ άλλο. Και χτυπάτε με κάθε μέσο τη βαρβαρότητα».

Χριστοδούλου Χρήστος: «Η βραδιά πέρασε όλο με τραγούδια πατριωτικά. Γλυκιά μου μάνα, φεύγω. Το κορμί μου πια δεν υπάρχει. Μην κλαις, ηρωικιά Ελληνίδα. Άσε τα δάκρυα. Γέρο, κουράγιο. Σφίξε τα δόντια. Σπύρο… άγριε! Να κάθεσαι ήσυχα και ξέρε ότι οι τσολιάδες με σκοτώνουν μια, κι ήθελες και συ να γίνεις τέτοιος… Θάρρος, κουράγιο! Πεθαίνω και βλέπω τη Λευτεριά να γλυκοχαράζει».



Από τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ως το νεολαίο το Σοφή. Η πρώτη πράξη γράφτηκε χαράματα, στο Χαϊδάρι. Στο προσκλητήριο του θανάτου. Με την ιαχή της λευτεριάς. Κι η άλλη, όλο το πρωινό, στην αδούλωτη γειτονιά της Καισαριανής: Το Σκοπευτήριο.

(…) Ο Στέλιος Φραγκίσκος, Ακροναυπλιώτης, θυμόνταν: «Τέτοιο δράμα, τέτοια μέρα η Καισαριανή δεν την ξανάζησε. Περιμένοντας να ακούσει 10 φορές την ομοβροντία και δέκα φορές τις χαριστικές βολές, που τις διέκοπταν τα τραγούδια κι οι ζητωκραυγές των μελλοθάνατων».

(…) Η Μαίρη Παρασκευοπούλου ήταν τότε 14 χρόνων. Είχε βρεθεί σε μια ταράτσα. Και καθώς θυμάται κόντευε μεσημέρι. Ηταν η ταράτσα του αστυνομικού Θάνου. Από εκεί με τα κιάλια παρακολουθούσαν. Διέκρινες μια ομάδα να σηκώνει τα χέρια. Είδε τα χέρια ψηλά με τ’ άσπρα πουκάμισα. Και είχε καρφωθεί στη μνήμη της η κραυγή και μια ριπή: Αδέλφια Γεια σας. Και με το Γεια σας η ριπή. Κι αμέσως μετά οι χαριστικές βολές».



Το ΕΑΜ, λίγες μέρες μετά, σε ανακοίνωσή του γράφει για τις «ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ Ο ΚΑΘΕ ΑΘΗΝΑΙΟΣ»:

«… Η φρικώδης και πρωτάκουστη τρομοκρατία που εξασκεί στην Ελλάδα ο καταχτητής με τη βοήθεια γερμανοράλληδων δεν είναι στην ουσία αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ εδώ και στην ύπαιθρο. Αυτό είναι απλή δικαιολογία. Γίνεται για να τρομοκρατηθεί ο λαός να σταματήσει την αντίστασή του και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι οι καταχτητές την επιστράτευση και τη ληστεία του τόπου μας.

(…) Η στιγμή είναι κρίσιμη. Αν σκύψουμε το κεφάλι είμαστε χαμένοι. Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, τα καμένα μας χωριά φωνάζουν. Μην αφήστε τη θυσία μας να πάει χαμένη! Μην υποταχθείτε! Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. Εκδικηθείτε μας. Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».





" Ετσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων.

Ετσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στο χρόνο 1944.

Ηταν μια μέρα εξαίσια της άνοιξης, κι όμως η γη η αθηναϊκή δεν είχε ακόμα αρκετά στεγνώσει, για να μπορέσει να ρουφά. Το τόσο πολύ αίμα που χτήνη – άνθρωποι την πότισαν, η φύση πια δεν το δεχότανε, κι αναγκαζόταν το ξαναξερνούσε."

«Πρωτομαγιές της Κατοχής – Η Ελληνική Πρωτομαγιά του 1944». Μέλπω Αξιώτη


Η Πρωτομαγιά του 1944 έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο τραγικές και ηρωϊκές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, του λαϊκού κινήματος και της αντίστασης στους ναζί κατακτητές.











Απαγγελία από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ερμηνεία από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. 
Μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. 
Στο ποίημα "Σκοπευτήριο Καισαριανής" του Γ. Ρίτσου, η μουσική είναι του Μίκη Θεοδωράκη. Χαρακτικά του Τάσσου. 

* Οι λογοκριτές αφαίρεσαν από το τραγούδι με τον Γρ. Μπιθικώτση τη δεύτερη στροφή από τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.


Tο απομεσήμερο
έμοιαζε να στέκει
σαν αμάξι γέρικο
στην ανηφοριά.
Kάθε απομεσήμερο
στο κρυφό μας στέκι
πίσω απ' το μαγέρικο
του Δεληβοριά
όλα μοιάζαν ουρανός
και ψωμί σπιτίσιο
όλα μοιάζαν ουρανός
και γλυκό ψωμί.

[Γνώριζες τα βήματα
ξέκρινα τους ήχους
και μπογιές ΄τοιμάζαμε
με σβηστή φωνή.
Τις βραδυές συνθήματα
γράφαμε στους τοίχους
πέφταμε και κράζαμε
“κάτω οι Γερμανοί” !
Κι όλα ήταν ουρανός
και ψωμί σπιτίσιο.
Κι όλα ήταν ουρανός
και γλυκό ψωμί.]

Tάχα, τι να ζήλεψαν
στα χλωρά σου μάτια
που γιωμάν τ'απόβραδο
γλύκα πρωινή ;
Κι ήρθαν και βασίλεψαν
τα βαθιά σου μάτια
κάποιο Σαββατόβραδο
στην Kαισαριανή.
Κι όλα γίναν κεραυνός
πελαγίσ΄αρμύρα.
Κι όλα γίναν κεραυνός
και πικρό, πικρό ψωμί.

(Στον δίσκον εξαιτίας λογοκρισίας αφαιρέθει η δεύτερη στροφή, το 1965.)




ΔΙΑΚΟΣΙΟΙ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ


Δένω κόμπο στο μαντήλι να θυμάμαι ένα καημό ρίχνω λάδι στο καντήλι και στη Παναγιά λυγμό, 

διακόσιοι στη Καισαριανή κι έμεινε ο κόσμος μόνος διακόσιοι στη Καισαριανή και μίκρυνε ο κόσμος, 

Ρώτησε τη καρδερίνα στο χρυσό της το κλουβί γιατί κάθε Μάη μήνα μένει πάντοτε βουβή.

Μουσική: Γιώργος Μητσάκης 
Στίχοι: Γιώργος Καλαμαριώτης 
Από το δίσκο LP "Μονά Ζυγά" 1973

Ο Γιώργος Καλαμαριώτης δεν είναι άλλος από τον δημοσιογράφο Γιώργο Μπέρτσο που μαζί με την έρευνα των Ρωμαίου και Βούλτεψη το 1963 ξεσκέπασαν την πολιτική δολοφονιά του Λαμπράκη και την δεξιά παρακρατική οργάνωση "Καρφίτσα"

Αυτός είναι και στο "Ζ" του Βασιλικού ο δημοσιογράφος Αντωνίου...!!!

Με τα δικά τους στοιχεία και την έρευνα μπόρεσε ο Σαρτζετάκης και οι άλλοι να στοιχειοθετήσουν κατηγορία αλλιώς η υπόθεση ήταν 'Τροχαίο Ατύχημα"







Οι στίχοι του Κώστα Βίρβου, είναι εμπνευσμένοι από τους 200 της Καισαριανής.





Οι 200 της Πρωτομαγιάς δεν ήταν η τελευταία εκτέλεση στην Καισαριανή. Ερευνες δείχνουν ότι το Σκοπευτήριο χρησιμοποιούνταν ώς τον Σεπτέμβριο του 1949. 

Η τελευταία που στάθηκε ηρωικά απέναντι στο απόσπασμα ήταν η Λαμπρινή Ραντά Καπλάνη από το Φραντάτο Ικαρίας.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου